Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
el contrato de duración determinada
/kɔntɾˈato ðe ðˌuɾaθjˈɔn dˌetɛɾminˈaða/
El contrato de duración determinada
01
σύμβαση ορισμένου χρόνου, σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου
acuerdo laboral que tiene una fecha de inicio y fin establecidas
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
contratos de duración determinada
Παραδείγματα
Firmó un contrato de duración determinada por seis meses.
Υπέγραψε σύμβαση ορισμένου χρόνου για έξι μήνες.



























