el omeprazol
Pronunciation
/ˌomepɾaθˈɔl/

Ορισμός και σημασία του "omeprazol"στα ισπανικά

01

ομεπραζόλη

medicamento que reduce la producción de ácido en el estómago
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
No se recomienda el uso prolongado de omeprazol sin control médico.
Η μακροχρόνια χρήση ομεπραζόλης χωρίς ιατρική παρακολούθηση δεν συνιστάται.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store