el olvido
ol
ɔl
awl
vi
ˈβi
bi
do
ðo
dho
olvidado

Ορισμός και σημασία του "olvido"στα ισπανικά

01

λήθη, ξεχνάω

falta de memoria o el acto de no recordar algo 
el olvido definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
olvidos
Παραδείγματα
Su olvido de la cita causó problemas en la oficina. 

Η λησμονιά του για το ραντεβού προκάλεσε προβλήματα στο γραφείο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store