ondulado

Ορισμός και σημασία του "ondulado"στα ισπανικά

01

κυματιστός, ελιγμούς

que tiene forma de ondas o curvas suaves
ondulado definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más ondulado
συγκριτικός βαθμός
más ondulado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
ondulado
αρσενικό πληθυντικό
ondulados
θηλυκό ενικό
ondulada
θηλυκό πληθυντικό
onduladas
Παραδείγματα
El cabello ondulado se ve hermoso con mechas.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store