Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El daño moral
01
ηθική βλάβη, άυλη ζημία
perjuicio emocional o psicológico sufrido por una persona
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
daños morales
Παραδείγματα
La víctima reclamó daños morales.
Το θύμα ζήτησε ηθική βλάβη.



























