el daño
Pronunciation
/dˈaɲo/

Ορισμός και σημασία του "daño"στα ισπανικά

El daño
[gender: masculine]
01

τραυματισμός, βλάβη

lesión o perjuicio físico a una persona, animal o cosa
el daño definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
daños
Παραδείγματα
No hubo daño a los jugadores durante el partido.
Δεν υπήρξε ζημιά στους παίκτες κατά τη διάρκεια του αγώνα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store