Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El daño
[gender: masculine]
01
τραυματισμός, βλάβη
lesión o perjuicio físico a una persona, animal o cosa
Παραδείγματα
No hubo daño a los jugadores durante el partido.
Δεν υπήρξε ζημιά στους παίκτες κατά τη διάρκεια του αγώνα.



























