Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El daño
01
τραυματισμός, βλάβη
lesión o perjuicio físico a una persona, animal o cosa
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
daños
Παραδείγματα
El golpe le produjo un daño en la pierna.
Το χτύπημα του προκάλεσε ζημιά στο πόδι.



























