dañar
dañar
datar

Ορισμός και σημασία του "dañar"στα ισπανικά

dañar
01

βλάπτω

causar perjuicio o hacer que algo deje de funcionar correctamente 
dañar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
daño
γ΄ ενικό πρόσωπο
daña
ενεστώτα μετοχή
dañando
απλός αόριστος
dañó
παθητική μετοχή
dañado
Παραδείγματα
El viento fuerte puede dañar los cultivos. 

Ο δυνατός άνεμος μπορεί να βλάψει τις καλλιέργειες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store