Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dañar
01
βλάπτω
causar perjuicio o hacer que algo deje de funcionar correctamente
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
daño
γ΄ ενικό πρόσωπο
daña
ενεστώτα μετοχή
dañando
απλός αόριστος
dañó
παθητική μετοχή
dañado
Παραδείγματα
El mal uso de la herramienta puede dañar la máquina.
Η κακή χρήση του εργαλείου μπορεί να βλάψει το μηχάνημα.



























