el amuleto
Pronunciation
/ˌamulˈeto/

Ορισμός και σημασία του "amuleto"στα ισπανικά

01

φυλαχτό, γούρι

objeto al que se atribuye la capacidad de proteger o atraer buena suerte 
el amuleto definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
amuletos
Παραδείγματα
Llevaba un amuleto contra el mal de ojo. 

Φορούσε ένα φυλαχτό για το κακό μάτι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store