Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
amueblar
01
επιπλώνω, εξοπλίζω
poner muebles en una casa o habitación
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
amueblo
γ΄ ενικό πρόσωπο
amuebla
ενεστώτα μετοχή
amueblando
απλός αόριστος
amuebló
παθητική μετοχή
amueblado
Παραδείγματα
Ella quiere amueblar su oficina con estilo moderno.
Θέλει να επιπλώσει το γραφείο της με μοντέρνο στυλ.



























