Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El amuleto
01
φυλαχτό, γούρι
objeto al que se atribuye la capacidad de proteger o atraer buena suerte
γραμματικές πληροφορίες
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Creía firmemente en el poder del amuleto.
Πίστευε ακράδαντα στη δύναμη του φυλαχτού.



























