Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
subastar
01
δημοπρατώ, πουλώ σε δημοπρασία
vender algo en una subasta al mejor postor
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
subasto
γ΄ ενικό πρόσωπο
subasta
ενεστώτα μετοχή
subastando
απλός αόριστος
subastó
παθητική μετοχή
subastado
Παραδείγματα
La empresa subasta bienes cada año.
Η εταιρεία δημοπρατεί περιουσιακά στοιχεία κάθε χρόνο.



























