Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
subdesarrollado
01
υποανάπτυκτος
que tiene un bajo nivel de desarrollo económico, social o tecnológico
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el mas subdesarrollado
συγκριτικός βαθμός
mas subdesarrollado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
subdesarrollado
αρσενικό πληθυντικό
subdesarrollados
θηλυκό ενικό
subdesarrollada
θηλυκό πληθυντικό
subdesarrolladas
Παραδείγματα
Intentan mejorar las zonas subdesarrolladas.
Προσπαθούν να βελτιώσουν τις υποανάπτυκτες περιοχές.



























