Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
subjetivo
01
υποκειμενικός, υποκειμενικός
que depende de los sentimientos, opiniones o percepciones de una persona
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más subjetivo
συγκριτικός βαθμός
más subjetivo
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
subjetivo
αρσενικό πληθυντικό
subjetivos
θηλυκό ενικό
subjetiva
θηλυκό πληθυντικό
subjetivas
Παραδείγματα
Su opinión sobre la película es subjetiva.
Η γνώμη του για την ταινία είναι υποκειμενική.



























