Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
subdesarrollado
01
υποανάπτυκτος
que tiene un bajo nivel de desarrollo económico, social o tecnológico
Παραδείγματα
Intentan mejorar las zonas subdesarrolladas.
Προσπαθούν να βελτιώσουν τις υποανάπτυκτες περιοχές.



























