sobrevolar
Pronunciation
/sˌɔβɾeβolˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "sobrevolar"στα ισπανικά

sobrevolar
01

υπερίπταμαι, πετώ πάνω από

volar por encima de un lugar o superficie sin aterrizar 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
sobrevuelo
γ΄ ενικό πρόσωπο
sobrevuela
ενεστώτα μετοχή
sobrevolando
απλός αόριστος
sobrevoló
παθητική μετοχή
sobrevolado
Παραδείγματα
El avión sobrevoló la ciudad al amanecer. 

Το αεροπλάνο πέταξε πάνω από την πόλη την αυγή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store