Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sobrevolar
01
υπερίπταμαι, πετώ πάνω από
volar por encima de un lugar o superficie sin aterrizar
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
sobrevuelo
γ΄ ενικό πρόσωπο
sobrevuela
ενεστώτα μετοχή
sobrevolando
απλός αόριστος
sobrevoló
παθητική μετοχή
sobrevolado
Παραδείγματα
El dron sobrevoló el bosque durante la inspección.
Το drone πέταξε πάνω από το δάσος κατά τη διάρκεια της επιθεώρησης.



























