Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sobrevolar
01
υπερίπταμαι, πετώ πάνω από
volar por encima de un lugar o superficie sin aterrizar
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
sobrevuelo
γ΄ ενικό πρόσωπο
sobrevuela
ενεστώτα μετοχή
sobrevolando
απλός αόριστος
sobrevoló
παθητική μετοχή
sobrevolado
Παραδείγματα
El avión sobrevoló la ciudad al amanecer.
Το αεροπλάνο πέταξε πάνω από την πόλη την αυγή.



























