Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sobresaltar
01
τρομάζω, ξαφνιάζω
provocar sorpresa o susto a alguien de manera repentina
Παραδείγματα
La sombra repentina lo sobresaltó.
Το ξαφνικό σκιάδι τον τρομάξει.
02
προσπήδημα, αναπηδώ
saltar o reaccionar bruscamente por sorpresa o susto
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
sobresalto
γ΄ ενικό πρόσωπο
sobresalta
ενεστώτα μετοχή
sobresaltando
απλός αόριστος
sobresaltó
παθητική μετοχή
sobresaltado
Παραδείγματα
Se sobresaltaron por el susto repentino.
Σάλπισαν από τον ξαφνικό φόβο.
Λεξικό Δέντρο
sobresaltar
sobre
saltar



























