Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sobresaltar
01
τρομάζω, ξαφνιάζω
provocar sorpresa o susto a alguien de manera repentina
Παραδείγματα
El ruido de la puerta la sobresaltó.
Ο θόρυβος της πόρτας την τρόμαξε.
02
προσπήδημα, αναπηδώ
saltar o reaccionar bruscamente por sorpresa o susto
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
sobresalto
γ΄ ενικό πρόσωπο
sobresalta
ενεστώτα μετοχή
sobresaltando
απλός αόριστος
sobresaltó
παθητική μετοχή
sobresaltado
Παραδείγματα
Se sobresaltó al escuchar el ruido.
Σάλταρε όταν άκουσε τον θόρυβο.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
sobresaltar
sobre
saltar



























