Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La defensa propia
01
αυτοάμυνα, νόμιμη άμυνα
acción de protegerse a uno mismo ante una agresión
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Actuó en defensa propia.
Ενήργησε σε άμυνα.



























