Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
defender
01
υπερασπίζομαι
proteger algo o a alguien del daño, peligro o ataque
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
defiendo
γ΄ ενικό πρόσωπο
defiende
ενεστώτα μετοχή
defendiendo
απλός αόριστος
defendí
παθητική μετοχή
defendido
Παραδείγματα
El soldado defendió la ciudad del enemigo.
Ο στρατιώτης υπερασπίστηκε την πόλη από τον εχθρό.
02
υπερασπίζομαι
proteger la portería o la cancha propia del ataque rival
Παραδείγματα
Nuestro equipo sabe defender muy bien cuando tiene ventaja.
Η ομάδα μας ξέρει να υπερασπίζεται πολύ καλά όταν έχει το πλεονέκτημα.
03
υπερασπίζομαι
representar y proteger los derechos e intereses de un acusado en un proceso legal
Παραδείγματα
Su misión es defender a los clientes ante los tribunales.
Η αποστολή του είναι να υπερασπίζεται τους πελάτες στα δικαστήρια.



























