Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
mercantilizar
01
εμπορευματοποιώ, μετατρέπω σε εμπόρευμα
convertir algo en objeto de comercio o tratarlo con fines comerciales
Παραδείγματα
Algunas plataformas mercantilizan los datos de los usuarios.
Ορισμένες πλατφόρμες εμπορευματοποιούν τα δεδομένα των χρηστών.



























