mercantilizar
Pronunciation
/mˌɛɾkantˌiliθˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "mercantilizar"στα ισπανικά

mercantilizar
01

εμπορευματοποιώ, μετατρέπω σε εμπόρευμα

convertir algo en objeto de comercio o tratarlo con fines comerciales
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
mercantilizo
γ΄ ενικό πρόσωπο
mercantiliza
ενεστώτα μετοχή
mercantilizando
απλός αόριστος
mercantilizó
παθητική μετοχή
mercantilizado
Παραδείγματα
Algunas plataformas mercantilizan los datos de los usuarios.
Ορισμένες πλατφόρμες εμπορευματοποιούν τα δεδομένα των χρηστών.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store