el merchante
Pronunciation
/mɛɾtʃˈante/

Ορισμός και σημασία του "merchante"στα ισπανικά

01

έμπορος

persona que compra y vende productos con fines comerciales 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
merchantes
Παραδείγματα
El merchante viaja entre ciudades vendiendo mercancías. 

Ο έμπορος ταξιδεύει μεταξύ πόλεων πουλώντας εμπορεύματα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store