Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
mercantil
01
εμπορικός, εμπορικός
relacionado con el comercio o las actividades de intercambio de bienes y servicios
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
mercantil
αρσενικό πληθυντικό
mercantiles
θηλυκό ενικό
mercantil
θηλυκό πληθυντικό
mercantiles
Παραδείγματα
La actividad mercantil creció en los últimos años.
Η εμπορική δραστηριότητα αυξήθηκε τα τελευταία χρόνια.



























