Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
mercantil
01
εμπορικός, εμπορικός
relacionado con el comercio o las actividades de intercambio de bienes y servicios
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
mercantil
αρσενικό πληθυντικό
mercantiles
θηλυκό ενικό
mercantil
θηλυκό πληθυντικό
mercantiles
Παραδείγματα
Tiene experiencia en derecho mercantil.
Έχει εμπειρία στο εμπορικό δίκαιο.



























