Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La escolarización
01
σχολική εκπαίδευση, φοίτηση
proceso de incorporación y asistencia de una persona al sistema educativo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La escolarización depende de la disponibilidad de plazas.
Η σχολειοποίηση εξαρτάται από τη διαθεσιμότητα θέσεων.



























