la escolarización
Pronunciation
/ˌeskolˌaɾiθaθjˈɔn/

Ορισμός και σημασία του "escolarización"στα ισπανικά

La escolarización
01

σχολική εκπαίδευση, φοίτηση

proceso de incorporación y asistencia de una persona al sistema educativo 
la escolarización definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La escolarización es obligatoria hasta los 16 años. 

Η εκπαίδευση είναι υποχρεωτική μέχρι την ηλικία των 16 ετών.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store