Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La escolarización
01
σχολική εκπαίδευση, φοίτηση
proceso de incorporación y asistencia de una persona al sistema educativo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La escolarización es obligatoria hasta los 16 años.
Η εκπαίδευση είναι υποχρεωτική μέχρι την ηλικία των 16 ετών.



























