escoger

Ορισμός και σημασία του "escoger"στα ισπανικά

escoger
01

επιλέγω

seleccionar entre varias opciones o alternativas
escoger definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
escojo
γ΄ ενικό πρόσωπο
escoge
ενεστώτα μετοχή
escogiendo
απλός αόριστος
escogió
παθητική μετοχή
escogido
Παραδείγματα
Escoger un buen proveedor es clave para el negocio.
Η επιλογή ενός καλού προμηθευτή είναι κρίσιμη για την επιχείρηση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store