escoger
es
es
es
co
ko
ko
ger
ˈxeɾ
kher
encoger

Ορισμός και σημασία του "escoger"στα ισπανικά

escoger
01

επιλέγω

seleccionar entre varias opciones o alternativas 
escoger definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
escojo
γ΄ ενικό πρόσωπο
escoge
ενεστώτα μετοχή
escogiendo
απλός αόριστος
escogió
παθητική μετοχή
escogido
Παραδείγματα
Debemos escoger la mejor estrategia para el proyecto. 

Πρέπει να επιλέξουμε την καλύτερη στρατηγική για το έργο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store