Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La escobilla
[gender: feminine]
01
βούρτσα τουαλέτας, βούρτσα λεκάνης
cepillo pequeño que se usa para limpiar el inodoro
Παραδείγματα
La escobilla se usa con detergente para limpiar mejor.
Η βούρτσα τουαλέτας χρησιμοποιείται με απορρυπαντικό για καλύτερο καθαρισμό.



























