Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La perturbación
01
ψυχική διαταραχή, νοητική διαταραχή
alteración del estado mental o del comportamiento normal de una persona
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
perturbaciones
Παραδείγματα
La perturbación mental requiere tratamiento especializado.
Η ψυχική διαταραχή απαιτεί εξειδικευμένη θεραπεία.
LanGeek



























