Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
persuadir
01
πείθω
convencer a alguien para que haga o crea algo mediante argumentos o razones
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
persuado
γ΄ ενικό πρόσωπο
persuade
ενεστώτα μετοχή
persuadiendo
απλός αόριστος
persuadió
παθητική μετοχή
persuadido
Παραδείγματα
Persuadió a sus amigos de probar comida nueva.
Έπεισε τους φίλους του να δοκιμάσουν νέο φαγητό.



























