la pertinencia
per
peɾ
per
ti
ti
ti
nenc
ˈnenθ
nenth
ia
ja
ya
experienciaimpacienciaturbulenciasuficiencia

Ορισμός και σημασία του "pertinencia"στα ισπανικά

La pertinencia
01

σχετικότητα, καταλληλότητα

grado de adecuación o conveniencia de algo respecto a un contexto o propósito 
la pertinencia definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La pertinencia de sus comentarios se discutió en la reunión. 

Η σχετικότητα των σχολίων του συζητήθηκε στη συνάντηση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store