Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La pertinencia
01
σχετικότητα, καταλληλότητα
grado de adecuación o conveniencia de algo respecto a un contexto o propósito
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La pertinencia de sus comentarios se discutió en la reunión.
Η σχετικότητα των σχολίων του συζητήθηκε στη συνάντηση.



























