Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La pertinencia
01
σχετικότητα, καταλληλότητα
grado de adecuación o conveniencia de algo respecto a un contexto o propósito
Παραδείγματα
La pertinencia de los criterios utilizados garantiza imparcialidad.
Η συνάφεια των χρησιμοποιούμενων κριτηρίων εγγυάται την αμεροληψία.



























