Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
persuadir
01
πείθω
convencer a alguien para que haga o crea algo mediante argumentos o razones
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
persuado
γ΄ ενικό πρόσωπο
persuade
ενεστώτα μετοχή
persuadiendo
απλός αόριστος
persuadió
παθητική μετοχή
persuadido
Παραδείγματα
Ella persuadió a su hermano para ir al cine.
Αυτή έπεισε τον αδερφό της να πάει στον κινηματογράφο.



























