ortopédico
Pronunciation
/ˌɔɾtopˈɛðiko/

Ορισμός και σημασία του "ortopédico"στα ισπανικά

ortopédico
01

ορθοπεδικός

relativo al tratamiento de deformidades, lesiones o enfermedades del sistema musculoesquelético 
ortopédico definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
ortopédico
αρσενικό πληθυντικό
ortopédicos
θηλυκό ενικό
ortopédica
θηλυκό πληθυντικό
ortopédicas
Παραδείγματα
El cirujano ortopédico trató la fractura. 

Ο ορθοπεδικός χειρουργός αντιμετώπισε το κάταγμα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store