Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ortopédico
01
ορθοπεδικός
relativo al tratamiento de deformidades, lesiones o enfermedades del sistema musculoesquelético
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
ortopédico
αρσενικό πληθυντικό
ortopédicos
θηλυκό ενικό
ortopédica
θηλυκό πληθυντικό
ortopédicas
Παραδείγματα
El cirujano ortopédico trató la fractura.
Ο ορθοπεδικός χειρουργός αντιμετώπισε το κάταγμα.



























