Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El ortografía
01
ορθογραφία, ορθογραφία
conjunto de normas que regulan la correcta escritura de un idioma
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
La ortografía correcta es importante en los textos.
Η σωστή ορθογραφία είναι σημαντική στα κείμενα.



























