la orquídea
or
ορ
quí
ˈki
κι
dea
ðea
δεα

Ορισμός και σημασία του "orquídea"στα ισπανικά

01

ορχιδέα

una planta con flores complejas y a menudo coloridas, que crece en muchos hábitats, apreciada por su belleza 
la orquídea definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
orquídeas
Παραδείγματα
La orquídea es una flor exótica y muy popular. 

Η ορχιδέα είναι ένα εξωτικό και πολύ δημοφιλές λουλούδι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store