Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La desacralización
01
αποϊεροποίηση
proceso de quitar el carácter sagrado a algo o hacerlo profano
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La desacralización de los templos cambió la cultura local.
Η αποιεροποίηση των ναών άλλαξε τον τοπικό πολιτισμό.



























