Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La desacralización
01
αποϊεροποίηση
proceso de quitar el carácter sagrado a algo o hacerlo profano
Παραδείγματα
La desacralización afectó a muchas instituciones antiguas.
Η αποϊεροποίηση επηρέασε πολλούς αρχαίους θεσμούς.



























