Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La accesibilidad
01
προσβασιμότητα, προσβασιμότητα
cualidad de ser fácil de usar o de acceder a algo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La accesibilidad del edificio ha mejorado mucho.
Η προσβασιμότητα του κτιρίου έχει βελτιωθεί πολύ.



























