Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La accesibilidad
01
προσβασιμότητα, προσβασιμότητα
cualidad de ser fácil de usar o de acceder a algo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Trabajan para mejorar la accesibilidad de los servicios.
Εργάζονται για τη βελτίωση της προσβασιμότητας των υπηρεσιών.



























