Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
recitar
01
απαγγέλλω, λέω απέξω
decir en voz alta un texto aprendido de memoria, especialmente poesía o literatura
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
recito
γ΄ ενικό πρόσωπο
recita
ενεστώτα μετοχή
recitando
απλός αόριστος
recitó
παθητική μετοχή
recitado
Παραδείγματα
En la ceremonia, todos recitaron el juramento.
Στην τελετή, όλοι απήγγειλαν τον όρκο.



























