Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
reclamar
[past form: reclamé][present form: reclamo]
01
απαιτώ, διεκδικώ
pedir algo que se considera justo o debido
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
reclamo
γ΄ ενικό πρόσωπο
reclama
ενεστώτα μετοχή
reclamando
απλός αόριστος
reclamé
παθητική μετοχή
reclamado
Παραδείγματα
Los estudiantes reclaman una mejor educación.
Οι φοιτητές απαιτούν καλύτερη εκπαίδευση.



























