Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
formatear
01
μορφοποιώ
dar formato o estructura a un texto, archivo o dispositivo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
formateo
γ΄ ενικό πρόσωπο
formatea
ενεστώτα μετοχή
formateando
απλός αόριστος
formateó
παθητική μετοχή
formateado
Παραδείγματα
Debes formatear el documento antes de enviarlo.
Πρέπει να μορφοποιήσετε το έγγραφο πριν το στείλετε.



























