Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
formar
01
διαμορφώνω, δίνω μορφή
dar forma, estructura o apariencia a algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
formo
γ΄ ενικό πρόσωπο
forma
ενεστώτα μετοχή
formando
απλός αόριστος
formó
παθητική μετοχή
formado
Παραδείγματα
Formamos figuras de arcilla en clase de arte.
Δημιουργούμε πήλινα αγάλματα στο μάθημα της τέχνης.
02
αποτελώ
constituir, integrar o estar compuesto por partes o elementos
Παραδείγματα
Diez personas forman el equipo.
Δέκα άτομα αποτελούν την ομάδα.
03
μορφώνω
enseñar, instruir o preparar a alguien en conocimientos, habilidades o valores
Παραδείγματα
La escuela forma a los estudiantes en matemáticas y ciencias.
Το σχολείο διαμορφώνει τους μαθητές στα μαθηματικά και τις επιστήμες.
04
σχηματίζω
crear o establecer un grupo, organización o institución
Παραδείγματα
Formaron un comité para organizar el evento.
Σχημάτισαν μια επιτροπή για να οργανώσουν την εκδήλωση.



























