Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cardiorrespiratorio
01
καρδιοαναπνευστικός
relativo al corazón y al sistema respiratorio
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
cardiorrespiratorio
αρσενικό πληθυντικό
cardiorrespiratorios
θηλυκό ενικό
cardiorrespiratoria
θηλυκό πληθυντικό
cardiorrespiratorias
θεματικό πεδίο
medicina, fisiología
Παραδείγματα
El ejercicio mejora la capacidad cardiorrespiratoria.
Η άσκηση βελτιώνει την καρδιοαναπνευστική ικανότητα.
LanGeek



























