Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El carbón
[gender: masculine]
01
άνθρακας, λιθάνθρακας
material negro y sólido que se usa como combustible
Παραδείγματα
El carbón fue clave en la Revolución Industrial.
Ο άνθρακας ήταν καθοριστικός στη Βιομηχανική Επανάσταση.



























