el carbón
Pronunciation
/kaɾβˈɔn/

Ορισμός και σημασία του "carbón"στα ισπανικά

El carbón
[gender: masculine]
01

άνθρακας, λιθάνθρακας

material negro y sólido que se usa como combustible
el carbón definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
carbones
Παραδείγματα
El carbón fue clave en la Revolución Industrial.
Ο άνθρακας ήταν καθοριστικός στη Βιομηχανική Επανάσταση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store