Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La concienciación
01
ενσυνειδητότητα
estado de atención plena y consciente al momento presente sin juicio
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
concienciaciones
Παραδείγματα
La concienciación diaria puede mejorar el bienestar psicológico.
Η καθημερινή ενσυνειδητότητα μπορεί να βελτιώσει την ψυχολογική ευεξία.



























