Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
insolidario
01
μη υποστηρικτικός, μη αλληλέγγυος
que no muestra apoyo, ayuda o solidaridad hacia los demás
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el mas insolidario
συγκριτικός βαθμός
mas insolidario
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
insolidario
αρσενικό πληθυντικό
insolidarios
θηλυκό ενικό
insolidaria
θηλυκό πληθυντικό
insolidarias



























