Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La inseguridad ciudadana
01
αστική ανασφάλεια, έλλειψη δημόσιας ασφάλειας
situación de falta de seguridad en espacios públicos debido a delitos o violencia
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La inseguridad ciudadana ha aumentado en la zona.
Η ανασφάλεια των πολιτών έχει αυξηθεί στην περιοχή.



























