recortado
Pronunciation
/rˌekɔɾtˈaðo/

Ορισμός και σημασία του "recortado"στα ισπανικά

01

κομμένος, κονταμένος

que ha sido cortado o reducido en longitud o cantidad
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
recortado
αρσενικό πληθυντικό
recortados
θηλυκό ενικό
recortada
θηλυκό πληθυντικό
recortadas
Παραδείγματα
El seto fue recortado ayer.
Ο φράχτης recortado χθες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store