Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
recortado
01
κομμένος, κονταμένος
que ha sido cortado o reducido en longitud o cantidad
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
El seto fue recortado ayer.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
κομμένος, κονταμένος